επιπλέκω

(Α ἐπιπλέκω)
περιπλέκω, μπερδεύω, ανακατώνω
νεοελλ.
(για αρρώστια) προκαλώ επιπλοκές, χειροτερεύω
αρχ.
1. πλέκω πάνω σε κάτι, προσθέτω πλέκοντας
2. δένω, δεσμεύω
3. συνδυάζω, συνδέω («ἐπιπλέκειν αὐτὰ τῷ τῆς παραλείψεως σχήματι», Αριστοτ.)
3. ανήκω
4. παθ. ἐπιπλέκομαι
εμπλέκομαι, συμπλέκομαι («τῶν ἄλλων οὐκ ἐμπλεκομένων τοῑς Ἕλλησιν», Στράβ.)
5. παθ. έρχομαι σε σαρκική επαφή
6. (μτχ. παθ. παρακμ. ἐπιπεπλεγμένος
α) αναμεμιγμένος
β) περίπλοκος.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπιπεπλεγμένα — ἐπιπλέκω wreathe perf part mp neut nom/voc/acc pl ἐπιπεπλεγμένᾱ , ἐπιπλέκω wreathe perf part mp fem nom/voc/acc dual ἐπιπεπλεγμένᾱ , ἐπιπλέκω wreathe perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπλέξει — ἐπιπλέκω wreathe aor subj act 3rd sg (epic) ἐπιπλέκω wreathe fut ind mid 2nd sg ἐπιπλέκω wreathe fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπλέξω — ἐπιπλέκω wreathe aor subj act 1st sg ἐπιπλέκω wreathe fut ind act 1st sg ἐπιπλέκω wreathe aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπλέξῃ — ἐπιπλέκω wreathe aor subj mid 2nd sg ἐπιπλέκω wreathe aor subj act 3rd sg ἐπιπλέκω wreathe fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπεπλεγμένον — ἐπιπλέκω wreathe perf part mp masc acc sg ἐπιπλέκω wreathe perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπεπλεγμένων — ἐπιπλέκω wreathe perf part mp fem gen pl ἐπιπλέκω wreathe perf part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπλακέντα — ἐπιπλέκω wreathe aor part pass neut nom/voc/acc pl ἐπιπλέκω wreathe aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπλεκομένων — ἐπιπλέκω wreathe pres part mp fem gen pl ἐπιπλέκω wreathe pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπλεκόμενον — ἐπιπλέκω wreathe pres part mp masc acc sg ἐπιπλέκω wreathe pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπλεκόντων — ἐπιπλέκω wreathe pres part act masc/neut gen pl ἐπιπλέκω wreathe pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.